Απόστολος Κοσμάς: Ο τραγικός πατέρας που δολοφόνησε από λύπηση το γιο του και η αντίδραση της συζύγου του

by Τόνια Τζαφέρη

Απόστολος Κοσμάς: Δολοφόνησε από λύπηση το γιο του

Απόστολος Κοσμάς: Ακόμη μια ιστορία που είχε συγκλονίσει την χώρα. Όταν ένας πατέρας φτάνει στο σημείο να σκοτώσει το ίδιο του το παιδί. Τον 15χρονο γιό του, ο οποίος πάσχει από σχιζοφρένεια.

Πώς μπόρεσα να σκοτώσω το παιδί μου; Είμαι εγκληματίας; Μήπως είμαι τρελός; Καλύτερα να είχα αυτοκτονήσει”. Αυτά ήταν μερικά απ’ τα λόγια του Απόστολου Κοσμά μπροστά στους δικαστές, 15 μήνες μετά από τη μέρα που με ένα τσεκούρι δολοφόνησε τον γιο του την ώρα που κοιμόταν.

Απόστολος Κοσμάς: Δολοφόνησε από λύπηση το γιο του

Αν και θα περίμενε κανείς αυτή η πράξη να τον κλείσει για πάντα μέσα στη φυλακή, ο 55χρονος παιδοκτόνος θα γλιτώσει τα ισόβια. Και υπάρχει σοβαρός λόγος γι’ αυτό, υπάρχει μία μικρή ιστορία πίσω απ’ την πράξη του, η οποία προκάλεσε των οίκτο των δικαστών, αλλά και μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης που παρακολουθούσε την υπόθεση.

Ο μηχανολόγος μηχανικός ζούσε στην Κηφισιά μαζί με τα τρία του παιδιά και τη γυναίκα του μια μάλλον συνηθισμένη ζωή, μέχρι τη μέρα που ο μεγαλύτερος γιος του, ο 15χρονος τότε Βαγγέλης, άρχισε να εκδηλώνει τα πρώτα σημάδια ψυχική ασθένειας. Είναι 1984 και οι γιατροί αρχικά θα μιλήσουν για δύσκολη εφηβεία, για συνηθισμένες εκρήξεις θυμού λόγω ηλικίας… Η κατάσταση όμως θα αρχίσει να χειροτερεύει.

Τα λόγια του Απόστολου Κοσμά για τον γιό του

“Είχα αδυναμία στο παιδάκι μου. Ήταν ο πρωτότοκος. Ήταν έξυπνος, χαρισματικός”, θα πει ο παιδοκτόνος στο δικαστήριο. “Στα 15 του χρόνια εκδήλωσε τα πρώτα συμπτώματα. ‘Περνάει έντονη εφηβεία’ είπαν οι γιατροί. Ίσως κι εμείς να το ζορίσαμε. Σχολείο, γερμανικά, αγγλικά, πιάνο”.

Το 1989 όμως, η οικογένεια θα αναγκαστεί να δει την αλήθεια πίσω από τις προκαταλήψεις και το κοινωνικό στίγμα, που τους θόλωνε την κρίση. Ο μεγάλος τους γιος είναι ένας ψυχικά ασθενής άνθρωπος.

“Ήμουν μόνος στο σπίτι. Έρχεται το παλικάρι μου και μου λέει ότι ένας γείτονάς μας μπαίνει στο μυαλό του και του υπαγορεύει τι να κάνει. ‘Το κεφάλι μου πονάει, παραπονιέται. Θα τον σκοτώσω’”.

Τον Αύγουστο του ίδιου έτους οι ειδικοί θα συστήσουν στους γονείς τον εγκλεισμό του Βαγγέλη σε κάποια ψυχιατρική κλινική. Μάλιστα, ο επίκουρος καθηγητής Νευρολογίας και Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Λ. Παπαγεωργίου, θα τους πει ότι η “αναγκαστική νοσηλεία είναι η μόνη λύση”.

“Για πρώτη φορά μας συνιστούν εισαγωγή σε ψυχιατρείο”, συνεχίζει ο Κοσμάς ενώπιον του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας. “Τον πάμε στην κλινική ‘Γαλήνη’. Είδα να τον πιάνουν τέσσερις πέντε μαζί. Τον δένουν και τον κλείνουν σε ένα υπόγειο για ένα μήνα. Ήταν βαριά περίπτωση. Το παιδάκι μου μου ζητάει να βγει. Δεν αντέχει άλλο εκεί μέσα. Δεν αντέχω κι εγώ. Υπογράφω. Τον παίρνω στο σπίτι. Υπ’ ευθύνη μου. Πάμε σε γιατρό. Βρίσκουμε τη σωστή φαρμακευτική αγωγή. Είναι καλά”.

Αυτή επιμονή των γονιών να τον κρατήσουν μακριά από το ψυχιατρικό ίδρυμα θα αποδειχτεί και το μοιραίο τους λάθος. Στις 7 Ιουλίου του 1996, την ημέρα του φόνου, ο 27χρονος πια Βαγγέλης βρισκόταν σε κρίση. Ήταν μόνος μαζί με τον πατέρα του στο σπίτι και του φώναζε: “Αν μέχρι να γυρίσω δεν μου έχεις βρει λεφτά για όπλα, θα σε σκοτώσω”.

Η συνέχεια της υπόθεσης του Απόστολου Κοσμά

Ο μηχανολόγος τρέχει στην αστυνομία, αλλά για κακή του τύχη ο διοικητής λείπει. Γυρίζει στο σπίτι του πανικοβλημένος και ακούει και τον γιο του να επιστρέφει:

“Τρέχω στο  σαλόνι. Με φωνάζει, με γυρίζει πίσω και… σας παρακαλώ, τα υπόλοιπα διαβάστε τα μόνοι σας. Σας παρακαλώ. Δικάστε με 100 χρόνια. Δεν με νοιάζει. Μη με στενοχωρείτε άλλο, όμως. Διαβάστε τα από τα χαρτιά σας. Δεν μπορώ”, θα πει στους δικαστές, σταματώντας τη διήγηση του κλαίγοντας.

Τι είχε συμβεί;

Ο Απόστολος Κοσμάς είχε σκοτώσει με τσεκούρι τον γιο του την ώρα που κοιμόταν. Στη συνέχεια και χωρίς κανένας απ’ την οικογένεια να καταλάβει τίποτα, μετέφερε το άψυχο σώμα του στον Κάλαμο, εκεί όπου είχαν το εξοχικό τους. Του έβαλε φωτιά και έφυγε. Την επόμενη μέρα επέστρεψε στον Κάλαμο και έκοψε με πριόνι σε κομμάτια το απανθρακωμένο σώμα του παιδιού του. Τη στιγμή που τοποθετούσε τα κομμάτια σε μικρές σακούλες για να τα πετάξει, οι αστυνομικοί έκαναν έφοδο και τον συνέλαβαν επ’ αυτοφώρω. Σύμφωνα με ένα δημοσίευμα της εποχής, στη σύλληψη είχε βοηθήσει ένας γείτονας που είχε βγει βόλτα εκείνη τη μέρα. Το σκυλί του είχε μυρίσει κάτι περίεργο -προφανώς το πτώμα- και είχε πάθει μια “εμμονή” με το εξοχικό, γαβγίζοντας και τρέχοντας συνεχώς προς αυτό.

Κατά τη διάρκεια της δίκης τον είχαν υποστηρίξει όλοι. Τα παιδιά του, η γυναίκα του, φίλοι και γείτονες που κατέθεσαν ως μάρτυρες.

“Ποιος είμαι εγώ που θα κάνω τον τιμητή; Δεν έχω δικαίωμα να απευθύνω κατηγορίες ηθικής φύσεως. Βρεθείτε στη θέση αυτού του τραγικά άτυχου πατέρα. Η αγάπη, πάντως, δεν σκοτώνει. Ας τον κρίνει ο Θεός ή η κοινωνία. Λύση, υπήρχε. Ο εγκλεισμός. Αλλά ο κατηγορούμενος ήταν δέσμιος των αντιλήψεών του. Παγιδεύτηκε. Εγκλωβίστηκε. Φοβόταν τον κοινωνικό στιγματισμό”.

Σχολιάστε

Ίσως σας ενδιαφέρουν