Πατάτες Αιγύπτου – Ευρωπαϊκός συναγερμός για θανατηφόρο φυτοφάρμακο
Ιδιαίτερη ανησυχία στην Ελλάδα όπου η Αιγυπτιακή πατάτα έχει κατακλύσει την αγορά και σε αρκετές περιπτώσεις «βαπτίζεται» ελληνική!
Παρά το γεγονός ότι τρόφιμα καθημερινής κατανάλωσης όπως η πατάτα θεωρούνται βασικά και ασφαλή για τη διατροφή, η διεθνής εμπειρία και οι συστηματικοί έλεγχοι ασφάλειας τροφίμων δείχνουν ότι δεν αποκλείεται να περιέχουν ανεπιθύμητες ή ακόμη και επικίνδυνες χημικές ουσίες. Οι ουσίες αυτές μπορεί να προέρχονται από γεωργικές πρακτικές, από το περιβάλλον, από τη μεταποίηση ή τη συσκευασία, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέονται με σοβαρούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία.
Μία από τις πιο συχνές κατηγορίες είναι τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων. Πρόκειται για ουσίες που χρησιμοποιούνται για την προστασία των καλλιεργειών από έντομα, ζιζάνια και ασθένειες, αλλά όταν δεν εφαρμόζονται σωστά ή όταν χρησιμοποιούνται μη εγκεκριμένα σκευάσματα, μπορούν να παραμείνουν στα τρόφιμα. Ανάλογα με τη χημική τους φύση, ορισμένα φυτοφάρμακα έχουν συσχετιστεί με νευρολογικές διαταραχές, ορμονικές επιδράσεις ή τοξικότητα σε ζωτικά όργανα, ιδίως σε περιπτώσεις χρόνιας έκθεσης.
Στις 24 Φεβρουαρίου 2026, οι αρχές της Κροατίας ενημέρωσαν για τον εντοπισμό καταλοίπων του φυτοφαρμάκου Fenamiphos στη δειγματοληψία πατάτας προέλευσης Αιγύπτου. Η ειδοποίηση, με αριθμό αναφοράς 2026.1508, χαρακτηρίστηκε ως σοβαρή και βασίστηκε σε έλεγχο στα σύνορα, κατά τον οποίο η αποστολή κατασχέθηκε και απαγορεύτηκε η περαιτέρω διακίνηση. Οι πατάτες καταστράφηκαν από τις αρχές της Κροατίας, ενώ δεν αναφέρθηκαν άμεσα κρούσματα ασθενειών ή δηλητηριάσεων από τους καταναλωτές. Το μέτρο της καταστροφής κρίθηκε απαραίτητο λόγω του υψηλού κινδύνου για τη δημόσια υγεία.

Η ειδοποίηση για την αιγυπτιακή πατάτα χαρακτηρίστηκε ως σοβαρή και βασίστηκε σε έλεγχο στα σύνορα, κατά τον οποίο η αποστολή κατασχέθηκε και απαγορεύτηκε η περαιτέρω διακίνηση.
Τι είναι η ουσία fenamiphos και γιατί είναι επικίνδυνη
Η fenamiphos είναι μια χημική ουσία εντομοκτόνου και νηματωδοκτόνου (nematicide) που ανήκει στην κατηγορία των οργανοφωσφορικών φυτοφαρμάκων. Χρησιμοποιείται για να ελέγχει παράσιτα όπως σκουλήκια και κάποια έντομα σε διάφορες καλλιέργειες. Η δράση της βασίζεται στην αναστολή ενός ζωτικού ενζύμου, της ακετυλοχολινεστεράσης, που παίζει ρόλο στην σωστή λειτουργία του νευρικού συστήματος των ζώων. Αυτή η ιδιότητα το καθιστά αποτελεσματικό έναντι παρασίτων αλλά επικίνδυνο και για τον άνθρωπο. Το fenamiphos θεωρείται πολύ τοξικό για θηλαστικά και άνθρωπο και η έκθεση μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα που σχετίζονται με «τοξικότητα οργανοφωσφορικών»: πονοκέφαλος, ναυτία, εμετό, μυϊκές συσπάσεις, αναπνευστικά προβλήματα και σε υψηλές δόσεις μπορεί να είναι θανατηφόρο. Επίσης μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο νευρικό σύστημα, τα νεύρα και άλλα όργανα, ιδίως σε περιπτώσεις επανειλημμένης ή μακροχρόνιας έκθεσης.
Η ανάλυση έδειξε ότι οι πατάτες περιείχαν κατάλοιπα του φαρμάκου σε ποσότητα 0,027 mg/kg, τιμή που υπερέβαινε τα επιτρεπόμενα όρια για τα τρόφιμα. Σύμφωνα με πρόσφατες αλλαγές στη νομοθεσία της ΕΕ, τα MRL για το fenamiphos έχουν τεθεί στο επίπεδο του ορίου ανίχνευσης (LOD) επειδή η ουσία δεν έχει ανανεωθεί για χρήση στην ΕΕ και δεν υπάρχει πλέον εγκεκριμένη χρήση ή εισαγωγική ανοχή για τα περισσότερα προϊόντα. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι δεν επιτρέπεται κανένα ουσιαστικό υπόλειμμα — οι τιμές πρέπει να είναι τόσο χαμηλές ώστε να μπορούν απλά να ανιχνευθούν από τα εργαστήρια. Το LOD στις περισσότερες περιπτώσεις στην ΕΕ είναι 0,01 mg/kg, και συνήθως χρησιμοποιείται όταν δεν υπάρχει επίσημο επιτρεπόμενο όριο λόγω απαγόρευσης της ουσίας
Η Αιγυπτιακή πατάτα έχει κατακλύσει την Ελληνική αγορά
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Αίγυπτος κατέχει σήμερα σημαντική θέση στην εφοδιαστική αλυσίδα πατάτας στην Ευρώπη και οι εισαγωγές αυτού του προϊόντος είναι ιδιαίτερα υψηλές. Αν και η πρόσφατη κατάσχεση φορτίου φρέσκιας πατάτας στα ευρωπαϊκά σύνορα δεν συνεπάγεται ότι το σύνολο των πατατών αιγυπτιακής προέλευσης είναι ακατάλληλο ή επικίνδυνο για κατανάλωση λόγω φυτοφαρμάκων, το περιστατικό επαναφέρει στο προσκήνιο έναν υπαρκτό προβληματισμό για την ελληνική αγορά.
Η Ελλάδα εμφανίζει διαχρονικά υψηλό βαθμό εξάρτησης από εισαγωγές πατάτας από την Αίγυπτο, με τη συγκεκριμένη χώρα να καλύπτει σταθερά το μεγαλύτερο μέρος των εισαγόμενων ποσοτήτων. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο έντονης εμπορικής συγκέντρωσης, ακόμη και μεμονωμένα περιστατικά μη συμμόρφωσης αποκτούν μεγαλύτερη σημασία, καθώς η αυξημένη ροή προϊόντων από έναν κυρίαρχο προμηθευτή ενδέχεται να αυξάνει στατιστικά την πιθανότητα εισόδου προβληματικών παρτίδων στην εσωτερική αγορά, καθιστώντας κρίσιμη τη συνέχιση και ενίσχυση των ελέγχων.
Σύμφωνα με στοιχεία που καλύπτουν την περίοδο του 2024 συνολικά και έως τα τέλη του 2025, αναλύσεις του εμπορικού τομέα δείχνουν ότι η Αίγυπτος κατείχε περίπου το 65–73 % του μεριδίου των εισαγόμενων φρέσκιας πατάτας στην Ελλάδα — δηλαδή ο κύριος προμηθευτής της ελληνικής αγοράς για το συγκεκριμένο προϊόν.

Ο πίνακας παρουσιάζει τη διάρθρωση των εισαγωγών φρέσκιας πατάτας στην Ελλάδα και δείχνει ότι η Αίγυπτος κυριαρχεί ξεκάθαρα ως προμηθευτής. Η Αίγυπτος είχε μερίδιο όγκου 65,8% το 2024, ενώ το μερίδιο αυτό αυξήθηκε στο 73,2% για την περίοδο Ιανουάριος – Νοέμβριος 2025. Δηλαδή σχεδόν τα τρία τέταρτα των εισαγόμενων πατατών προέρχονται από μία μόνο χώρα.
Αυτή η ισχυρή παρουσία Αιγυπτιακής πατάτας στην αγορά μπορεί να δημιουργήσει προκλήσεις στην αναγνώριση της πραγματικής προέλευσης του προϊόντος, και σε ορισμένες περιπτώσεις έχει αναφερθεί ότι προϊόντα από τρίτες χώρες ενδέχεται να καταχωρούνται ή να «βαπτίζονται» με άλλα σημάδια προέλευσης προκειμένου να αποφύγονται δασμοί ή να διευκολύνεται η εμπορία. Σύμφωνα με επίσημη ερώτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υπήρξαν καταγγελίες για εισαγωγές φρούτων και λαχανικών — όπως πορτοκαλιών από την Αίγυπτο — που καταχωρήθηκαν στην Ελλάδα ως προϊόντα άλλων κοινοτικών χωρών, παρακάμπτοντας έτσι τις απαιτήσεις ελέγχων και δασμών.
Μια τέτοια πρακτική, πέρα από την επίπτωση στην ελληνική παραγωγή και την ανταγωνιστικότητα, εγείρει ζητήματα διαφάνειας για την ταυτότητα και την ασφάλεια τροφίμων που καταλήγουν στο τραπέζι του καταναλωτή — ειδικά όταν πρόκειται για προϊόντα που δεν παράγονται στη χώρα και εισάγονται σε μεγάλες ποσότητες. Η σημασία της σωστής σήμανσης και της επαλήθευσης της προέλευσης γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη σε περιόδους που η ελληνική παραγωγή είναι επαρκής ή υπερβαίνει τη ζήτηση.