Φίλιππος Καμπούρης: Τι καταγγέλλει πρώην εργαζόμενή του – Τα 19.500 ευρώ και οι έξι εταιρείες που λέει ότι δεν γνώριζε
Τη δική της εκδοχή για την επαγγελματική σχέση που είχε με τον Φίλιππο Καμπούρη, αλλά και για όσα υποστηρίζει ότι ανακάλυψε στη συνέχεια σχετικά με τις φορολογικές δηλώσεις της, παρουσίασε πρώην εργαζόμενή του. Η γυναίκα, η οποία φέρεται να συνέβαλε στο να αρχίσει να ξετυλίγεται η υπόθεση του κυκλώματος, μίλησε στο OPEN και στην εκπομπή «Καθαρές Κουβέντες».
Σύμφωνα με όσα κατέθεσε η ίδια, ξεκίνησε να εργάζεται για τον Φίλιππο Καμπούρη τον Φεβρουάριο του 2021 και λάμβανε 600 ευρώ κάθε μήνα. Όπως ισχυρίστηκε, πέρα από τη συγκεκριμένη αμοιβή δεν της καταβάλλονταν επιδόματα, ούτε λάμβανε δώρα για τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Με βάση τους δικούς της υπολογισμούς, λοιπόν, οι συνολικές ετήσιες αποδοχές της διαμορφώνονταν περίπου στα 7.200 ευρώ.
Η κατάσταση, όπως περιέγραψε, άλλαξε όταν ήρθε η στιγμή να προχωρήσει στην υποβολή της φορολογικής δήλωσης που αφορούσε το φορολογικό έτος 2023. Τότε, σύμφωνα με την καταγγελία της, ενημερώθηκε από τον λογιστή της ότι εμφανιζόταν να έχει εισπράξει πολύ μεγαλύτερο ποσό.
«Ο λογιστής μου είπε ότι μου έχουν δηλώσει ένα υπέρογκο ποσό, της τάξεως των 19.500 ευρώ», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Υπόθεση Καμπούρη: Η απώλεια των επιδομάτων και οι εξηγήσεις που ζήτησε
Η πρώην εργαζόμενη υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη είχε σοβαρές συνέπειες για την ίδια και την οικογένειά της. Όπως εξήγησε, είναι μονογονέας και μεγαλώνει δύο παιδιά, ενώ μέχρι τότε ήταν δικαιούχος κοινωνικών παροχών. Μεταξύ αυτών βρίσκονταν το επίδομα τέκνων, το επίδομα στέγασης και εκείνο της θέρμανσης, τα οποία, σύμφωνα με όσα κατήγγειλε, έχασε εξαιτίας της εικόνας που παρουσίαζαν τα δηλωμένα εισοδήματά της.
Ακολούθως, όπως περιέγραψε, επιχείρησε να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί και να ζητήσει να διορθωθεί το ποσό που εμφανιζόταν φορολογικά στο όνομά της.
«Στην αρχή μίλησα στον κατηγορούμενο. Του είπα ότι αυτό που έχει γίνει πρέπει να διορθωθεί. Μου είπε ότι φταίει ο λογιστής. Ο λογιστής τα έριχνε στη γυναίκα του και εγώ ήμουν ένα μπαλάκι μεταξύ του κυρίου Καμπούρη και της παρέας του», είπε.
Παρά τις αντιδράσεις της, η γυναίκα ανέφερε ότι τον Ιούνιο του 2024 απολύθηκε. Κατά τους ισχυρισμούς της, της γνωστοποιήθηκε πως η μηνιαία αμοιβή των 600 ευρώ θεωρούνταν πλέον υψηλή για να εξακολουθήσει να εργάζεται και ότι θα έπρεπε να αναζητήσει διαφορετική εργασία με αποδοχές 300 ευρώ.
Η καταγγελία για τις έξι εταιρείες
Μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσης, όπως υποστήριξε, αποφάσισε να αναζητήσει περισσότερες πληροφορίες. Κατά την έρευνά της, ισχυρίζεται ότι άρχισε να διαπιστώνει πως το όνομά της εμφανιζόταν σε περισσότερες επιχειρήσεις.
«Άρχισα να ανακαλύπτω το γαϊτανάκι των επιχειρήσεων που με είχαν δηλωμένη. Άλλες εταιρείες με είχαν δηλωμένη και μου δήλωναν αυτά τα δυσθεώρητα ποσά, άλλες εταιρείες με πλήρωναν και δύο εταιρείες, από τις τρεις που με δήλωναν, με ασφάλιζαν», ανέφερε.
Σύμφωνα πάντα με όσα κατήγγειλε η ίδια, από τα στοιχεία που συγκέντρωσε προέκυψαν συνολικά έξι εταιρείες, τις οποίες υποστηρίζει ότι δεν γνώριζε. Η πρώην εργαζόμενη επέμεινε ότι από τη δική της πλευρά θεωρούσε ως εργοδότη της τον Φίλιππο Καμπούρη και όχι τις επιχειρήσεις στις οποίες, όπως ισχυρίζεται, εμφανιζόταν δηλωμένη.
«Δεν ήξερα ούτε ποιες εταιρείες είναι αυτές ούτε ποιος ήταν ο εργοδότης μου, γιατί ο εργοδότης μου ήταν ο Φίλιππος Καμπούρης», είπε.
Η απόφαση να κινηθεί παρά το οικονομικό κόστος
Η γυναίκα ανέφερε ότι, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε, αποφάσισε να συνεχίσει την προσπάθειά της και να διεκδικήσει αυτό που θεωρούσε δίκαιο.
«Όσο ισχυρός και να είναι ο άλλος, δεν πρέπει να σταματήσουμε να διεκδικούμε το δίκιο μας. Δεν με ενδιέφερε με όποιο κόστος», ανέφερε, επισημαίνοντας παράλληλα τη σημασία που είχε για εκείνη η νομική υποστήριξη που έλαβε.
Όπως εξήγησε, χωρίς τη συνδρομή της δικηγόρου της, κυρίας Ξανθοπούλου, δεν θα διέθετε την οικονομική δυνατότητα να προχωρήσει σε αυτή τη διαδικασία.
«Εάν δεν ήταν δικηγόρος μου η κυρία Ξανθοπούλου, εγώ δεν θα μπορούσα να κάνω αυτόν τον αγώνα. Με τα 600 ευρώ δεν μπορούσα οικονομικά να το στηρίξω», σημείωσε.
Κλείνοντας, η πρώην εργαζόμενη εξέφρασε την εκτίμηση ότι η περιορισμένη οικονομική δυνατότητά της να ακολουθήσει τη νομική οδό ενδεχομένως να είχε δημιουργήσει την πεποίθηση πως δεν θα μπορούσε τελικά να προχωρήσει την υπόθεση.«Θεωρώ ότι βασιζόταν στο ότι εγώ δεν θα μπορέσω οικονομικά να το στηρίξω όλο αυτό και να τον κυνηγήσω», είπε.