Η «αυτοκρατορία της κλειδαρότρυπας»: Ο Έλληνας μαφιόζος που ξεκίνησε από το περίπτερο και έγινε ο Νο1 καταζητούμενος στην Αμερική

Η «αυτοκρατορία της κλειδαρότρυπας»: Ο Έλληνας μαφιόζος που ξεκίνησε από το περίπτερο και έγινε ο Νο1 καταζητούμενος στην Αμερική

Αληθινή ιστορία: Ο Νο1 καταζητούμενος στην Αμερική

Υπάρχει ένας άνθρωπος και μία πραγματική ιστορία κάποιου που ενώ τα είχε όλα βρέθηκε ανάμεσα στους 10 πιο καταζητούμενους του FBI. Αν ο Μάικλ Θίβις ζούσε και άκουγε ότι η ταινία που ετοιμάζεται εδώ και λίγους μήνες για την ζωή του έχει τον τίτλο «Peachtree» δηλαδή «Ροδακινιά» το πιθανότερο θα ήταν να γελούσε μέχρι δακρύων. Ο ίδιος μάλλον θα επέλεγε το «Scarface of Sex». Ένα προσωνύμιο που του είχαν δώσει τα Αμερικάνικα ΜΜΕ. Αυτό έγινε όταν ήταν ανάμεσα στους δέκα πιο καταζητούμενους του FBI. Αλλά ό Έλληνας μετανάστης δεν ήταν μόνο αυτό. H ζωή του ήταν μια ιλιγγιώδης διαδρομή σπαρμένη με γυναίκες. Είχε  κόντρες, εκατομμύρια δολάρια να τρέχουν, άπληστους συνεταίρους, φόνους και εκβιασμούς.

Εν πολλοίς ο Θίβις έστησε μια «αυτοκρατορία της κλειδαρότρυπας». Είχε μηχανήματα peep show, ακατάλληλα περιοδικά και ταινίες. Η αυτοκρατορία απλώθηκε από την Φλόριντα μέχρι την παγωμένη Αλάσκα. Ήταν ο αδιαφιλονίκητος βασιλιάς των ακατάλληλων ταινιών στην Αμερική για χρόνια. Όλα αυτά μέχρι την στιγμή που συνελήφθη για πρώτη φορά . Τότε, πήρε τον δρόμο χωρίς επιστροφή, όταν δραπέτευσε. Όμως μέχρι τότε έζησε σε όλο του το μεγαλείο αυτό που αποκαλείται το Αμερικάνικο όνειρο. Ξεκίνησε από το μηδέν, ή για την ακρίβεια από ένα περίπτερο.

Ο Μάικ όπως τον φώναζαν οι φίλοι του, έκλαψε για πρώτη φορά στην ζωή του, στις 25 Φεβρουαρίου του 1932. Τότε, άφησε την κοιλιά της μητέρας του και αντίκρισε για πρώτη φορά τον κόσμο. Στα απομνημονεύματά του περιέχονται άγνωστες λεπτομέρειες της ιλιγγιώδους διαδρομής του στην ζωή, η οποία στην αρχή τουλάχιστον δεν του φέρθηκε καλά. Γιος δύο πάμπτωχων Ελλήνων μεταναστών. Μεγάλωσε από μικρός στο Ράλεί της Βόρειας Καρολίνας με τον παππού και την γιαγιά του. Οι γονείς του όπως έγραψε δεν είχαν δύο δεκάρες να τρίψουν!

Η «αυτοκρατορία της κλειδαρότρυπας»: Ο Έλληνας μαφιόζος που ξεκίνησε από το περίπτερο και έγινε ο Νο1 καταζητούμενος στην Αμερική

Την ώρα που τα άλλα παιδιά έπαιζαν αυτός έκανε θελήματα για να έχει χαρτζηλίκι. Όταν μεγάλωσε αρκετά, κατάλαβε ότι αν ήθελε να κάνει κάτι στην ζωή του, θα έπρεπε να φύγει από την μικρή πόλη. Το έκανε μια μέρα του 1950. Ήταν πλέον 18 ετών, μπαίνοντας στο λεωφορείο που πήγαινε στην Ατλάντα, την μεγάλη πόλη με τα αστραφτερά φώτα. Ενσωματώνεται άμεσα στο καινούργιο περιβάλλον. Γράφεται στη τελευταία τάξη του λυκείου για να πάρει το απολυτήριο. Τα βράδια δουλεύει σε ένα περίπτερο ή newsstand όπως το λένε στην Αμερική για 50 δολάρια την εβδομάδα.

Η «αυτοκρατορία της κλειδαρότρυπας»: Ο Έλληνας μαφιόζος που ξεκίνησε από το περίπτερο και έγινε ο Νο1 καταζητούμενος στην Αμερική

Ένα χρόνο μετά τον χτυπάει ο έρωτας για μια 16χρονη, την Τζόαν. Εκείνη δούλευε σε ένα παρακείμενο μαγαζί. Το ζευγάρι, αγνοώντας τις δυσκολίες και τα πενιχρά οικονομικά του. Στριμώχνονται σε ένα μικρό διαμέρισμα. Μετά βίας ζουν. Αυτό, διότι δεν περισσεύει τίποτε, ούτε καν δυο δολάρια όπως διαπιστώνει ο Μάικ μια χειμωνιάτικη μέρα με πολύ χιόνι, για να αγοράσει αντιψυκτικό για την μηχανή του αυτοκινήτου. «Θυμάμαι ότι καθόμουν και έκλαιγα μόνος μου. Το αυτοκίνητο είχε παγώσει και δεν μπορούσα να πάω στην δουλειά μου» έγραψε χρόνια μετά ο Θίβις. Η Τζόαν τον αγαπούσε και πάνω απ’ όλα πίστευε ότι της έλεγε ο Μάικ. Εκείνος της υποσχέθηκε ότι μέχρι τα 30 του θα ήταν εκατομμυριούχος, χωρίς να ξέρει πως.

Αληθινή ιστορία: Η συνέχεια της απίθανης ζωής ενός ανθρώπου

Προικισμένος με ένα ιδιαίτερο χάρισμα, αυτό της επικοινωνίας, ο Έλληνας μετανάστης πείθει αρχικά το αφεντικό του να ανοίξει ένα δεύτερο περίπτερο με αυτόν μάνατζερ. Μέσα σε τρία χρόνια έχει αποκτήσει τρία δικά του. Ο αποφασίζει να ρισκάρει, πουλώντας φτηνά περιοδικά για ενήλικες. Για αυτά «διψούσε» κόσμος, σε μια πολύ συντηρητική Αμερική. Τότε απαγορευόταν στα newstand να πουλάνε περιοδικά όπως το Playboy. Όμως, ο Θίβις τα δίνει παράνομα στους τρελαμένους για να δούνε γυμνή σάρκα άνδρες.

Το 1960 εκδίδει έναν οδηγό για όλες τις παραλίες γυμνιστών στην Αμερική. Αυτός πουλάει εκατομμύρια αντίτυπα. Αν και όπως είπε μετά «δεν υπήρχε ούτε μια φωτογραφία μέσα!». Αμέσως μετά ιδρύει μια εταιρία διανομής την Peachtree News-o τίτλος της ταινίας που ετοιμάζεται-και γεμίζει γραφεία με νεαρούς που γράφουν πυρετωδώς μικρές καυτές ερωτικές ιστορίες, οι οποίες εμπλουτίζονται με ακατάλληλες εικόνες. Τα φθηνά περιοδικάκια του πουλιούνται σαν το ζεστό ψωμί εντός και εκτός Ατλάντα. Μέσα σε λίγους μήνες τα δολάρια αρχίζουν να συσσωρεύονται στους λογαριασμούς του. Η οικογένειά του εν τω μεταξύ έχει μεγαλώσει με τον ερχομό των δύο παιδιών του ζευγαριού, του Μάικ Τζούνιορ και της Χριστίνας. Η Τζόαν πλέον δεν έχει κανένα παράπονο. Τα καλύτερα, μαζί όμως με τα χειρότερα έρχονται.

Ο βασιλιάς και ο φόνος της αληθινής ιστορίας

Όταν το 1967 επισκέπτεται την Νέα Υόρκη βλέπει για πρώτη φορά τα μηχανήματα προβολής που μοιάζουν με τζούκμποξ. Συλλαμβάνει την ευφυή ιδέα να κατασκευάσει δικά του για να προβάλλει ακατάλληλες σκηνές. Επιστρέφοντας στην Ατλάντα προσλαμβάνει έναν ντόπιο κλειδαρά τον Ρότζερ Άντερχιλ για να φτιάξει το δικο του πρωτότυπο. Όμως, χρειάστηκε να περάσουν δύο χρόνια μέχρι να μπει στην παραγωγή. Έρχεται σε επαφή με ιδιοκτήτες βιβλιοπωλείων και προτείνει να βάλουν οχτώ μηχανήματα ο καθένας στο μαγαζί του. Υπόσχεται ότι τα εβδομαδιαία κέρδη θα είναι 1000 δολάρια, τα οποία θα μοιράζονται στην μέση.

Μετά από λίγες εβδομάδες η ζήτηση για τα μαχανήματα peep show είναι τέτοια που ο δαιμόνιος Έλληνας δεν προλαβαίνει τις παραγγελίες ενώ στα 37 του χρόνια πλέον είναι εκατομμυριούχος. Κατασκευάζει πενήντα μηχανήματα την εβδομάδα και ο Άντερχιλ είναι ο νέος του κολλητός με τον οποίο βγαίνει συχνά, ενώ τρώνε οικογενειακά σχεδόν κάθε εβδομάδα. Πλέον έχει αποκτήσει αλλά τρία παιδιά και προσπαθεί να δικτυωθεί κοινωνικά και πολιτικά ώστε να κάνει την δουλειά του πιο εύκολα, αφού η πορνογραφία είναι ακόμη παράνομη.
Συλλαμβάνεται αρκετές φορές για παράνομη διακίνηση  υλικού αλλά πλέον έχει έναν στρατό καλοπληρωμέμων δικηγόρων που «καθαρίζουν» τις κατηγορίες.

Στις 13 Νοεμβρίου του 1970 ο Θίβις έφτασε νωρίς στην δουλειά. Είχε ραντεβού πολύ πρωί με έναν φίλο και πρώην συνεταίρο του, τον Κένεθ Χάνα, ο οποίος είχε παραιτηθεί ένα χρόνο πριν από την εταιρία Μάικ με τα μηχανήματα, πηγαίνοντας σε μια άλλη, με έδρα την Νέα Υόρκη.
Συναντήθηκαν στην αποθήκη του εργοστασίου, ανάμεσα σε στίβες από ακατάλληλα περιοδικά και ταινίες, που περίμεναν να διανεμηθούν από την Φλόριντα μέχρι την Αλάσκα.

Ο Χάνα μπαίνοντας χαμογέλασε στοιν Μάικ, αλλά δεν πρόλαβε να πει τίποτε αφού ο Θίβις έβγαλε ένα πιστόλι και τον πυροβόλησε τρεις φορές στο στήθος. Πέφτει στα γόνατα, ζωντανός ακόμη και προσπαθεί να ικετέψει για την ζωή του αλλά ο βασιλιάς  τον πυροβολεί στο κεφάλι, δίνοντας του την χαριστική βολή. Γιατί το έκανε; Γιατί είχε μάθει ότι η αστυνομία είχε κατασχέσει ένα φορτηγό της εταιρίας που δούλευε πλέον ο Χάνα, γεμάτο από δικές του ταινίες, τις οποίες ο πρώην φίλος του είχε κλέψει. Ο Άντερχιλ αναλαμβάνει να εξαφανίσει τα πειστήρια του εγκλήματος.

Αληθινή ιστορία: Οι εκβιασμοί και το τέλος

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 τα δολάρια τρέχουν, η έπαυλη του ζευγαριού είναι τεράστια όμως ο γάμος τους πνέει τα λοίσθια και οι καυγάδες με τη Τζόαν είναι ομηρικοί. Προσπαθώντας να σώσουν τα απομεινάρια ενός μεγάλου έρωτα γράφονται σαν ζευγάρι σε μια σχολή χορού και ο Θίβις δεν αργεί να γοητευθεί από την δασκάλα Τζάνετ Ίβανς. Μαζί της θα ζήσει ένα μεγάλο πάθος, ενώ πλέον έχει κέρδη 25.000.000 δολαρίων τον χρόνο από τις «δουλειές» του οι οποίες έχουν μεγαλώσει πολύ. Συλλαμβάνεται πάνω από εκατό φορές, χωρίζει με την Τζάνετ για τα μάτια της 18χρονης Πατρίτσια Μακλίν και εξακολουθεί να μην παίρνει διαζύγιο από την Τζόαν.

Οργανώνει δολοφονίες ανταγωνιστών μετον Άντερχιλ ως εκτελεστή, ενώ κάποια στιγμή αποφασίζει επίσημα να αποχωρήσει από το χώρο αυτού του είδους των ταινιών και περιοδικών ενώ ανεπίσημα εξακολουθεί να κινεί τα νήματα. Ο Άντερχιλ είχε αποχωρήσει πρώτος πουλώντας το μερίδιο του στον Μάικ, φοβούμενος ότι θα συλληφθεί, αλλά όταν αυτό δεν συμβαίνει επιστρέφει ως υπάλληλος με μισθό 50 δολάρια την εβδομάδα. Τον Αύγουστο του 1973 ο Θίβις έχει ένα ατύχημα καθώς κάνει ποδήλατο, όταν ένα αμάξι τον χτυπάει και τον πετάει έξω από το δρόμο. Πέφτει, σπάει την πλάτη του και πολλά κόκκαλα σε πόδια και χέρια, ενώ για δυόμιση μήνες είναι στο νοσοκομείο για σειρά εγχειρήσεων ώστε να επανέρθει.

Το 1974, το FBI που τον παρακολουθεί στενά επί χρόνια και θέλει να τον βάλει φυλακή στριμώχνει για τα καλά τον Έλληνα βασιλιά της πορνογραφίας με κατηγορίες για εκβιασμό και παράνομη διακίνηση ακατάλληλου υλικού. Εισπράττει οχτώ χρόνια ενώ οι σχέσεις του με τον Άντερχιλ είναι στο ναδίρ και ο Θίβις αποφασίζει να τον βγάλει από την μέση ζητώντας από φυλακισμένους με άκρες να το κανονίσουν. Ο Άντερχιλ που δεν είναι χαζός και προσέχει αποφεύγει τις παγίδες και τελικά είναι αυτός που θα δώσει τον «κολλητό» του στο FBI καταθέτοντας ότι ήξερε για τον φόνο του Χάνα.

Η φυλακή φαντάζει πλέον για τον Θίβις ως η μόνιμη κατοικία του, αλλά το 1978 καταφέρνει να το σκάσει και γίνεται δραπέτης για λίγο, μέχρι την ημέρα που θα μπεί σε μια τράπεζα για να εξαργυρώσει μια επιταγή. Η συμπεριφορά του κινεί υποψίες και λίγη ώρα μετά συλλαμβάνεται ξανά και επιστρέφει στην φυλακή από όπου δεν βγήκε ξανά μέχρι το τέλος της μυθιστορηματικής ζωή του το 2013, στα 81 του χρόνια. Μια ζωή που ξεκίνησε ουσιαστικά από ένα news stand και τέλειωσε με μια αυτοκρατορία της κλειδαρότρυπας που έχρισε τον Μάικ απόλυτο κυρίαρχο μέσα από πάθη, εκβιασμούς, φόνους και ηδονικές κραυγές.

Προτεινόμενα