Η Ρένα Κουμιώτη σε μια σπάνια συνέντευξη: «Μου έλειπε από μικρή η έννοια της οικογένειας»

by Newsroom i-diakopes.gr
Η Ρένα Κουμιώτη σε μια σπάνια συνέντευξη: «Μου έλειπε από μικρή η έννοια της οικογένειας»

Ρένα Κουμιώτη: Όπως δεν την γνωρίζαμε

Η Ρένα Κουμιώτη μέσα από μια σπάνια συνέντευξη στη lifo μιλάει για την ζωή της, για τις συνεργασίες της με μεγάλους καλλιτέχνες αλλά και για την αγάπη της για το τραγούδι.

Μια σπάνια συνέντευξη της τραγουδίστριας που απεβίωσε σήμερα.

Οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες. Από τη Νέα Ιωνία, όπου γεννήθηκα, βρεθήκαμε στη Δραπετσώνα και από κει στην Κοκκινιά. Μέχρι σήμερα αισθάνομαι πιο πολύ Β’ Πειραιάς, Κοκκινιώτισσα. Ο πατέρας μου ήταν ναυτικός. Τη μητέρα μου την έχασα όταν ήμουν επτά μηνών, νεότατη, στα 20 της, από επιπλοκές του θυρεοειδή, που τότε δεν ήταν αντιμετωπίσιμες οι αρρώστιες του. Μας μεγάλωσε η μητέρα της, η γιαγιά μου, εμένα, που ήμουν το πιο μωρό, και τα δύο αδέρφια μου. Αν και επίσης πολύ νέος ο μπαμπάς μου όταν χάσαμε τη μητέρα μου, όχι μόνο δεν ξαναπαντρεύτηκε αλλά ούτε καν ακούσαμε ότι «τον είδαμε εκεί με την τάδε γυναίκα». Δεν ήθελε επ’ ουδενί λόγω να βάλει μητριά να μας μεγαλώσει. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν ήσυχα και αξιοπρεπή – εννοώ πως, παρ’ όλη τη φτώχεια, δεν πεινάσαμε.

• Τελείωσα το Δημοτικό στα δώδεκα και δεν συνέχισα σπουδές. Ξεκίνησα να κάνω πολλές δουλειές: δούλεψα κορδελιάστρα τον πρώτο καιρό, μετά πήγα σε τυπογραφείο, μετά στα «κολλητά» παπούτσια, σε παπουτσάδικο, ενώ στα δεκατρία μισό ήμουν βοηθητική νοσοκόμα στην κλινική του Περδίκη, στην Πέτρου Ράλλη. Έναν χρόνο μετά –γιατί δεν έπαιρναν πιο μικρά ως εργάτες– δούλεψα στου Παπαστράτου για μία πενταετία. Ταυτόχρονα είχα τις παρέες μου από τη δουλειά και από τη γειτονιά – όχι κλαμπ και τέτοια, δεν τα ξέραμε, αφού μέχρι να παντρευτώ καίγαμε λάμπα πετρελαίου.

Η Ρένα Κουμιώτη σε μια σπάνια συνέντευξη: «Μου έλειπε από μικρή η έννοια της οικογένειας»

Μπαίνουμε στο στούντιο. Δυσκολεύομαι σε μια φάση που έπρεπε να ανεβάσω τη φωνή, αλλά έρχεται ο Γιάννης Πουλόπουλος και μου λέει: «Πριν ανεβάσεις, να σκέφτεσαι κάτι και να θυμώνεις». Μου ‘χει μείνει μέχρι σήμερα Πριν βγω να τραγουδήσω, θέλω πάντα έναν καβγά για να φτιαχτώ.

• Ο γάμος ήρθε πολύ νωρίς, το 1960, εννοείται προτού μπλεχτώ με το τραγούδι. Με τον άντρα μου δουλεύαμε μαζί στον Παπαστράτο και το βράδυ πήγαινε νυχτερινό Γυμνάσιο. Έμεινα έγκυος και παντρευτήκαμε. Γέννησα τον πρώτο μου γιο, που τον πρόλαβε η γιαγιά μου και μου τον μεγάλωσε. Ο γάμος αυτός κράτησε δύο χρόνια – να ξέρετε ότι εγώ πάνω στο «δύο» τις χάλαγα τις σχέσεις μου. Μόνο ο δεύτερος γάμος μου στην Αμερική, όπου πήγα το ’74 ως τραγουδίστρια πια, διήρκεσε πολύ παραπάνω. Χώρισα, λοιπόν, αφού ένιωσα ότι δεν μου πήγαινε αυτός ο άνθρωπος. Κατάλαβα ότι δεν ήταν ούτε έρωτας, ούτε αυτές οι βλακείες. Δεν κρατήσαμε καμιά επαφή. Σήμερα, και να τον δω στον δρόμο, δεν θα τον γνωρίσω. Εμένα με ενδιαφέρουν τα παιδιά μου και τα δυο εγγόνια μου.

Το πρώτο τραγούδι που είπε η Ρένα Κουμιώτη ήταν το «Δώσε μου το στόμα σου» ή αλλιώς το γνωστό «Χελιδονάκι». Έχει κυκλοφορήσει πάνω από 30 δίσκους.

• Είχα έναν φίλο, τον Γιώργο Σουρμελίδη, που του είχε δώσει ο Φίνος ένα σαν διαμερισματάκι στην είσοδο των περίφημων στούντιό του στην οδό Χίου. Ήταν κάτι σαν επιστάτης του. Ο Γιώργος έτυχε να έχει φιλικές σχέσεις με τους Μενιδιάτες, τους τραγουδιστές, τον Μιχάλη και τον αδερφό του. Πολύ καλά παιδιά ήταν αυτοί, καλοί άντρες! Στις Τρεις Γέφυρες, στο μαγαζί τους, ο Γιώργος πήγαινε όλα τα νέα παιδιά του Φίνου για να τα βοηθήσει: τη Χρονοπούλου, τον Κούρκουλο, τη Λάσκαρη. Έτσι μάθαμε όλοι τι εστί Μενιδιάτης! Συνηθίζαμε να πηγαίνουμε και οι δυο μας με τον Γιώργο, αφού τον ήξεραν και δεν πληρώναμε ποτέ. Ένα βράδυ τραγουδούσε μια τραγουδίστρια και μου λέει ο Γιώργος: «Μωρή κατεδοπούλα (από το “κατές”), γιατί δεν σηκώνεσαι να πεις κι εσύ ένα τραγούδι;». Έρχεται κι ο Μενιδιάτης στο τραπέζι: «Δεν μου λες», τον ρωτάω, «αυτή στραγάλια έχει στον λαιμό της;». «Γιατί, ρε Ρένα, δηλαδή εσύ τραγουδάς καλύτερα;». «Απ’ αυτήν, ναι» του λέω. Με σιγοντάρει ξανά ο Σουρμελίδης «Βγες, βγες!». Κοπανάω κι εγώ μια μπίρα, χαλαρώνω και λέω «θα βγω»! Στο μπουζούκι ήταν ο Σπύρος ο Λιόσης, τον θυμάμαι ακόμα. Βγαίνω να πω το «Απόψε χάνω μια ψυχή κι αυτή πονάει για μένα» της Μαρινέλλας! Όλα αυτά το 1968, γιατί μετά πήγα στην Απανεμιά για δύο εβδομάδες μόνο. «Ρε Ρενάκι, εσύ τραγούδησες;» μου είπε μετά ο Σουρμελίδης. «Εγώ!» του απάντησα, που ντρεπόμουν να λέω «καλησπέρα».

Η Ρένα Κουμιώτη σε μια σπάνια συνέντευξη: «Μου έλειπε από μικρή η έννοια της οικογένειας»

• Από τον Σουρμελίδη γνώρισα τον Τάσο Σχορέλη, που πήγαινε στην Πλάκα κι έκλεινε ως ιμπρεσάριος μικρά σχηματάκια του ποιοτικού τραγουδιού πάντα. Ο «άγιος» Σχορέλης! Αυτός μου κλείνει μια μέρα ραντεβού στο γραφείο του. Πάμε με τον Γιώργο και μόλις μπαίνω σ’ ένα άδειο δευτερότριτο γραφείο, πέφτω πάνω σ’ ένα καλοριφέρ, λυμένη στα γέλια, και λέω: «Ρε συ, δηλαδή εγώ τώρα είμαι τραγουδίστρια;». Έρχεται ο Σχορέλης, «Πώς σε λένε, κορίτσι μου;», «Ρένα Κουμιώτου» – γιατί Κουμιώτη με έκανε μετά ο Πατσιφάς της Lyra. «Τι τραγούδια τραγουδάς;». «Μπιθικώτση και Μοσχολιού». Γίνεται ένα ωραίο σχηματάκι στην Πλάκα με τη Μαίρ