Η εξαφάνιση της Άρτεμις Βασίλη παραμένει μία από τις πιο αινιγματικές υποθέσεις των τελευταίων ετών. Ο ποινικολόγος Σταύρος Γεωργίου, ο οποίος είχε συμμετάσχει για μήνες στην προσπάθεια διερεύνησης της υπόθεσης, είχε περιγράψει σε συνέντευξή του στο «Ίχνη στο Σκοτάδι» όσα είχαν γίνει στο παρασκήνιο των ερευνών, αλλά και τα σημεία που, κατά την άποψή του, γεννούσαν τα μεγαλύτερα ερωτήματα. Η συγκεκριμένη μαρτυρία αποκτά πλέον ιδιαίτερο βάρος, καθώς ο ίδιος δολοφονήθηκε τον Ιούλιο του 2026 στο γραφείο του στο κέντρο της Αθήνας, σε μία υπόθεση που οι Αρχές αντιμετώπισαν ως ανθρωποκτονία.
Οι έρευνες, το κινητό και τα δεδομένα που χάθηκαν
Ο Σταύρος Γεωργίου είχε ξεκαθαρίσει εξαρχής ότι δεν ήταν ο πρώτος δικηγόρος που ασχολήθηκε με την εξαφάνιση. Όπως ανέφερε, είχε προηγηθεί άλλος συνάδελφος και στη συνέχεια η αναζήτηση πέρασε σε πιο οργανωμένο στάδιο, με τη συμμετοχή του Γιώργου Σωτσούκαλη. Ο ίδιος κλήθηκε να συνδράμει χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα, προσφέροντας τις νομικές του γνώσεις και συμμετέχοντας στην αξιολόγηση των στοιχείων.
Κατά τα λεγόμενά του, οι έρευνες επικεντρώθηκαν πολύ έντονα στην ευρύτερη περιοχή όπου είχε καταγραφεί το τελευταίο ίχνος από το κινητό της Άρτεμης. Ελέγχθηκαν πηγάδια, ρέματα, δασικές εκτάσεις και δύσβατα σημεία, ενώ κινητοποιήθηκαν εξειδικευμένες ομάδες και ερευνητές ακόμη και από τη Θεσσαλονίκη. «Ερευνήσαμε όλη την ευρύτερη περιοχή από το σημείο που χάθηκε το τελευταίο ίχνος του κινητού της τηλεφώνου. Δυστυχώς δεν βρέθηκε κανένα απολύτως ίχνος», είχε πει χαρακτηριστικά.
Το κινητό τηλέφωνο ήταν για εκείνον ένα από τα βασικότερα κομμάτια του μυστηρίου. Το τελευταίο στίγμα βρισκόταν κοντά στην περιοχή όπου διέμενε η νεαρή γυναίκα, χωρίς όμως αυτό να μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα. Όπως σημείωνε ο ίδιος, το τηλέφωνο θα μπορούσε να είχε χαθεί, να είχε καταστραφεί ή να είχε συμβεί οτιδήποτε άλλο. Το σημείο που φαίνεται να τον προβλημάτιζε περισσότερο αφορούσε τα ηλεκτρονικά δεδομένα. Σύμφωνα με όσα υποστήριξε στη συνέντευξη, υπήρξε έρευνα από την αρμόδια υπηρεσία της ΕΛ.ΑΣ. για δεδομένα που είχαν διαγραφεί και για την προέλευση της ηλεκτρονικής ενέργειας μέσω της οποίας φέρεται να έγινε η διαγραφή.
Μάλιστα, αναφέρθηκε σε συνάντηση μεταξύ στελεχών της Αστυνομίας, τεχνικού συμβούλου και του ίδιου. Όπως περιέγραψε, όταν ο διοικητής ρώτησε τον τεχνικό τι θα μπορούσε να είχε συμβεί εάν τα συγκεκριμένα δεδομένα ήταν διαθέσιμα, εκείνος απάντησε: «Πιθανόν να είχε λυθεί η υπόθεση». Για τον Γεωργίου, η συγκεκριμένη φράση ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Δεν υποστήριξε ότι τα χαμένα δεδομένα έδιναν από μόνα τους την απάντηση, αλλά άφηνε σαφώς να εννοηθεί ότι θα μπορούσαν να είχαν προσφέρει κρίσιμη κατεύθυνση στην έρευνα.
Η εξαφάνιση της Άρτεμις Βασίλη
Ο ίδιος είχε σταθεί επίσης στις πολλές πληροφορίες που έφταναν κατά καιρούς στην οικογένεια και στους ερευνητές. Υπήρχαν μαρτυρίες ότι η Άρτεμις είχε εμφανιστεί σε διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας, ενώ είχαν διατυπωθεί σενάρια ότι ενδεχομένως είχε φύγει στο εξωτερικό. Ο Γεωργίου ήταν επιφυλακτικός απέναντι σε αυτές τις αναφορές. Όπως εξηγούσε, στις υποθέσεις εξαφανίσεων φτάνουν συχνά δεκάδες πληροφορίες που δεν επιβεβαιώνονται. Για τον ίδιο, το γεγονός ότι δεν υπήρχε στοιχείο που να δείχνει ξεκάθαρα ότι η Άρτεμις απομακρύνθηκε από την περιοχή της ήταν λόγος ώστε οι έρευνες να επικεντρωθούν περισσότερο στα περίχωρα. «Από θεωρίες είχαμε πήξει. Συγκεκριμένα στοιχεία δεν υπήρχαν», ήταν μία από τις πιο χαρακτηριστικές του φράσεις.
Στη συνέντευξη αναφέρθηκε και σε διάφορα σενάρια που είχαν κυκλοφορήσει δημόσια. Μεταξύ αυτών ήταν η πιθανότητα εμπλοκής κυκλώματος trafficking, η ύπαρξη κάποιας ερωτικής σχέσης, ακόμη και πληροφορίες ότι η νεαρή μπορεί να ήταν έγκυος. Ο Γεωργίου ήταν κατηγορηματικός ότι από τη δική του εμπλοκή δεν είχε προκύψει επιβεβαίωση για τέτοια σενάρια. Για έναν νεαρό άνδρα με τον οποίο φερόταν να είχε κάποια σχέση η Άρτεμις, ανέφερε ότι ελέγχθηκε από την Αστυνομία και ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, είχε ισχυρό άλλοθι. Το ίδιο υποστήριξε και για την πληροφορία περί εγκυμοσύνης: «Ούτε αυτό προέκυψε από κάπου».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις φίλες της αγνοούμενης. Κατά τον ίδιο, είχαν κληθεί να καταθέσουν και η Αστυνομία είχε επιχειρήσει να αντλήσει περισσότερες πληροφορίες. Ο Γεωργίου θεωρούσε σημαντικό όχι μόνο το ενδεχόμενο να γνώριζαν κάτι για την εξαφάνιση, αλλά και το να μπορούσαν να σκιαγραφήσουν καλύτερα την προσωπικότητα και την ψυχολογία της Άρτεμης. Ωστόσο, δεν υιοθετούσε ως δεδομένο ότι είχαν απειληθεί ή ότι απέκρυπταν σκόπιμα κάτι. «Θα ήταν παράλογο να το διακινδυνεύσω να πω κάτι τέτοιο», ανέφερε όταν ρωτήθηκε για ενδεχόμενες απειλές.
Απέρριπτε, επίσης, την εικόνα ότι οι Αρχές δεν είχαν κινητοποιηθεί. Αντίθετα, είχε δηλώσει ότι ο ίδιος μπήκε αρχικά στην υπόθεση έχοντας την εντύπωση πως ίσως δεν είχαν γίνει όσα έπρεπε, αλλά άλλαξε άποψη όταν ήρθε σε επαφή με τις υπηρεσίες που διεξήγαγαν τις έρευνες. «Και εγώ ξεκίνησα με την ίδια εικόνα, αλλά δεν ήταν έτσι», είχε πει, τονίζοντας τη συμβολή τόσο της Αστυνομίας όσο και των αρμόδιων υπηρεσιών ηλεκτρονικού εγκλήματος.
Το μυστήριο γύρω από την εξαφάνιση που συγκλόνισε το Κορωπί παραμένει άλυτο, με την οικογένεια της Άρτεμις Βασίλη να αναζητά απαντήσεις
Το μυστήριο γύρω από την εξαφάνιση
Ένα ακόμη στοιχείο που τον προβλημάτιζε ήταν ότι, σύμφωνα με όσα γνώριζε, η Άρτεμις έφυγε από το σπίτι χωρίς να πάρει μαζί της πράγματα που θα περίμενε κανείς από κάποιον ο οποίος σχεδιάζει να εγκαταλείψει οικειοθελώς τη ζωή του. Το μόνο βασικό αντικείμενο που έλειπε ήταν το κινητό της. Γι’ αυτό και αμφισβητούσε το σενάριο μιας οργανωμένης φυγής. Όπως έλεγε, δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι ήθελε να απομακρυνθεί από την οικογένεια ή να ξεκινήσει μία νέα ζωή. Παρά τις πολύμηνες έρευνες, τις καταθέσεις, τις πληροφορίες και τις διαφορετικές θεωρίες, ο ίδιος παραδεχόταν ότι η υπόθεση παρέμενε στο σκοτάδι. Το πέρασμα του χρόνου, όπως εξηγούσε, δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τόσο την εύρεση στοιχείων όσο και την αξιοποίησή τους σε ενδεχόμενη ποινική διαδικασία. Προς το τέλος της συζήτησης απέφευγε να αναπτύξει νέες θεωρίες χωρίς αποδείξεις. Ήταν ίσως το σημείο στο οποίο αποτύπωσε με τον πιο καθαρό τρόπο τη στάση του απέναντι στην υπόθεση: «Πολύ λίγο ενδιαφέρουν τον κόσμο οι θεωρίες μας. Γιατί η θεωρία, εάν στο τέλος δεν έχει εφαρμογή στην πράξη… Το θέμα είναι το κορίτσι πού είναι».
Και πριν κλείσει τη συζήτηση, είχε εκφράσει μία επιθυμία που, όπως έλεγε, παρέμενε έντονη ακόμη και αφού είχε σταματήσει να ασχολείται ενεργά με την υπόθεση: «Ελπίζω να απαντηθεί αυτό το ερώτημα… Είναι ένας από τους μύχιους πόθους μου αυτός, γιατί ασχολήθηκα και την είδα πολύ σοβαρά την υπόθεση και πραγματικά έχω φοβερή περιέργεια να δω τι συνέβη».