Νέα ανάκληση ρυζιού από κορυφαίο σούπερ μάρκετ λόγω καρκινογόνου καδμίου

by Ioanna Themistocleous
Νέα ανάκληση ρυζιού από κορυφαίο σούπερ μάρκετ λόγω καρκινογόνου καδμίου

Η πρόσφατη ανάκληση παρτίδων ρυζιού Carnaroli ιδιωτικής ετικέτας της ιταλικής αλυσίδας σούπερ μάρκετ Conad, μίας από τις μεγαλύτερες εταιρείες λιανεμπορίου τροφίμων στην Ιταλία, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα ασφάλειας τροφίμων που αφορούν το ρύζι διεθνώς. Η ανάκληση αποφασίστηκε μετά από εσωτερικούς ελέγχους που εντόπισαν στο προϊόν (δείτε παρακάτω φωτογραφία) συγκεντρώσεις καρκινογόνου καδμίου πάνω από το νόμιμο όριο σε παρτίδες του προϊόντος Carnaroli 1kg με κωδικό EAN 8003170003866. ενδεικτικό της σοβαρότητας του περιστατικού είναι πως η ανακοίνωση ανάκλησης αναφερει αρχικά “ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ”.

Οι παρτίδες P26010B08 και P26010B5A με ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας 30/01/2028 αποσύρθηκαν προληπτικά από την αγορά, ενώ ζητήθηκε από τους καταναλωτές να επιστρέψουν το προϊόν στα σημεία πώλησης για αντικατάσταση ή επιστροφή χρημάτων. Το προϊόν παραγόταν για λογαριασμό της Conad από την ιταλική εταιρεία Curti srl στη Valle Lomellina της επαρχίας Παβίας.

Τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί επανειλημμένες ειδοποιήσεις στο ευρωπαϊκό σύστημα ταχείας προειδοποίησης για τρόφιμα και ζωοτροφές σχετικά με ρύζι με αυξημένα επίπεδα καδμίου, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων Ιταλικού βιολογικού ρυζιού που διακινήθηκε σε πολλές χώρες. Οι ειδοποιήσεις αυτές δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες παρτίδες αλλά σχετίζεται με ευρύτερες περιβαλλοντικές και γεωργικές παραμέτρους.

Το κάδμιο είναι βαρύ μέταλλο με υψηλή τοξικότητα, που απορροφάται σχετικά αργά από τον ανθρώπινο οργανισμό, όμως αποβάλλεται εξαιρετικά δύσκολα. Η βιολογική του ημιζωή μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 10 έως 30 έτη. Συσσωρεύεται κυρίως στους νεφρούς, στο ήπαρ και στα οστά. Η χρόνια έκθεση, ακόμη και σε μικρές ποσότητες, συνδέεται με νεφρική δυσλειτουργία, διαταραχές της οστικής πυκνότητας, οστεοπόρωση, αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων, υπέρταση και καρδιαγγειακά προβλήματα. Η νόσος Itai-Itai στην Ιαπωνία αποτελεί το πιο γνωστό ιστορικό παράδειγμα μαζικής δηλητηρίασης από κάδμιο μέσω κατανάλωσης μολυσμένου ρυζιού. Οι ασθενείς εμφάνιζαν αφόρητους πόνους στα οστά, σοβαρές παραμορφώσεις του σκελετού και νεφρική ανεπάρκεια. Η υπόθεση αυτή οδήγησε σε διεθνή αναθεώρηση των προτύπων ασφάλειας για τα βαρέα μέταλλα στα τρόφιμα.

Ο Διεθνής Οργανισμός Έρευνας για τον Καρκίνο έχει κατατάξει το κάδμιο και τις ενώσεις του στην Ομάδα 1 των καρκινογόνων παραγόντων για τον άνθρωπο. Η μακροχρόνια έκθεση έχει συνδεθεί κυρίως με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του πνεύμονα, ενώ ερευνώνται και συσχετίσεις με καρκίνο του προστάτη, του παγκρέατος και του νεφρού. Παράλληλα, επιστημονικές μελέτες εξετάζουν πιθανή σύνδεση μεταξύ χρόνιας έκθεσης σε κάδμιο και νευροεκφυλιστικών νοσημάτων όπως η νόσος Alzheimer.

Το μέταλλο αυτό, έχει και μεγάλη βιοσυσσωρευτική ικανότητα. Δεν αποδομείται στο περιβάλλον και μπορεί να παραμένει για δεκαετίες στο έδαφος και στα υδάτινα οικοσυστήματα. Η παρουσία του στο ρύζι θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη επειδή το συγκεκριμένο δημητριακό έχει αυξημένη ικανότητα απορρόφησης καδμίου από το έδαφος και το νερό σε σύγκριση με άλλα σιτηρά. Η επιμόλυνση του ρυζιού ξεκινά κυρίως από τη γεωργική γη. Το κάδμιο εισέρχεται στα καλλιεργούμενα εδάφη μέσω βιομηχανικών εκπομπών, μεταλλευτικών δραστηριοτήτων, καύσης ορυκτών καυσίμων, αστικών λυμάτων, μολυσμένων αρδευτικών υδάτων και κυρίως μέσω φωσφορικών λιπασμάτων. Πολλά φωσφορικά λιπάσματα περιέχουν φυσικά ίχνη καδμίου λόγω της προέλευσης του φωσφορικού πετρώματος. Η συνεχής και μακροχρόνια χρήση τους οδηγεί σε σταδιακή συσσώρευση του μετάλλου στο έδαφος.

Το ρύζι καλλιεργείται κατά κανόνα σε πλημμυρισμένα χωράφια, συνθήκη που μεταβάλλει τη χημεία του εδάφους και διευκολύνει τη διαλυτοποίηση και απορρόφηση βαρέων μετάλλων από τις ρίζες του φυτού. Το κάδμιο μεταφέρεται από το ριζικό σύστημα στους βλαστούς και τελικά στους βρώσιμους κόκκους. Η συγκέντρωσή του επηρεάζεται από την ποικιλία του ρυζιού, το pH του εδάφους, την οργανική ουσία, τη θερμοκρασία, τη διαθεσιμότητα ψευδαργύρου και σιδήρου, αλλά και από τις μεθόδους άρδευσης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει ανώτατα επιτρεπτά όρια για το κάδμιο στα τρόφιμα μέσω του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/915. Για το λευκασμένο ρύζι και το αποφλοιωμένο ρύζι το ανώτατο όριο καδμίου είναι 0,15 mg/kg, ενώ για ορισμένα προϊόντα με βάση το ρύζι και για παιδικές τροφές τα όρια είναι ακόμη χαμηλότερα λόγω της αυξημένης ευαισθησίας των βρεφών και των μικρών παιδιών. Οι υπερβάσεις αυτών των ορίων ενεργοποιούν διαδικασίες ανάκλησης, ειδοποιήσεις μέσω του ευρωπαϊκού συστήματος RASFF και διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις.

Οι ομάδες υψηλού κινδύνου περιλαμβάνουν τα μικρά παιδιά, τις εγκύους, τους ηλικιωμένους, τα άτομα με νεφρική νόσο και τους πληθυσμούς που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ρυζιού καθημερινά. Η απορρόφηση καδμίου αυξάνεται όταν υπάρχει έλλειψη σιδήρου, ασβεστίου ή ψευδαργύρου στον οργανισμό. Οι καπνιστές εκτίθενται επίσης σε σημαντικές ποσότητες καδμίου μέσω του καπνού.

Για τους καταναλωτές, η μείωση της έκθεσης βασίζεται κυρίως στη διατροφική ποικιλία και στην αποφυγή κατανάλωσης ρυζιού ως βασικής καθημερινής τροφής. Το καλό πλύσιμο και το βράσιμο σε μεγάλη ποσότητα νερού που απορρίπτεται μετά το μαγείρεμα μπορεί να μειώσει εν μέρει τα επίπεδα ορισμένων βαρέων μετάλλων, χωρίς όμως να εξαλείφει πλήρως το πρόβλημα. Η εναλλαγή με άλλα δημητριακά όπως κριθάρι, βρώμη, κινόα ή ζυμαρικά περιορίζει τη συνολική έκθεση. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η προέλευση του προϊόντος. Περιοχές με ιστορικό βιομηχανικής ρύπανσης, μεταλλουργικής δραστηριότητας ή εντατικής χρήσης λιπασμάτων εμφανίζουν συχνότερα αυξημένες συγκεντρώσεις καδμίου στα γεωργικά εδάφη. Η βιολογική καλλιέργεια δεν εγγυάται από μόνη της απουσία βαρέων μετάλλων, επειδή το πρόβλημα συχνά βρίσκεται ήδη στο έδαφος και στα υπόγεια νερά.

Στο στάδιο της μεταποίησης, οι επιχειρήσεις οφείλουν να εφαρμόζουν προγράμματα δειγματοληψίας και ανάλυσης βαρέων μετάλλων με βάση τις αρχές HACCP και τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού δικαίου. Η ιχνηλασιμότητα των παρτίδων, οι έλεγχοι πρώτων υλών πριν από την επεξεργασία και η συνεργασία με διαπιστευμένα εργαστήρια είναι κρίσιμα στοιχεία για την αποφυγή ανακλήσεων και νομικών συνεπειών. Όμως η διαχείριση του κινδύνου απαιτεί πολυεπίπεδη προσέγγιση. Η συστηματική χαρτογράφηση γεωργικών περιοχών υψηλού κινδύνου, οι συνεχείς αναλύσεις εδάφους και νερού, η επιλογή ποικιλιών ρυζιού με χαμηλότερη ικανότητα απορρόφησης καδμίου και ο αυστηρός έλεγχος των λιπασμάτων αποτελούν βασικά μέτρα πρόληψης.

Η εφαρμογή γεωργικών πρακτικών που μειώνουν τη βιοδιαθεσιμότητα του καδμίου μπορεί επίσης να περιορίσει τη μεταφορά του στους κόκκους. Η ρύθμιση του pH του εδάφους, η χρήση οργανικής ουσίας, η επαρκής παροχή ψευδαργύρου και η εναλλασσόμενη άρδευση αντί της συνεχούς κατάκλυσης έχουν δείξει θετικά αποτελέσματα σε πειραματικές και εμπορικές καλλιέργειες. Η αυξανόμενη συχνότητα ανιχνεύσεων καδμίου στο ρύζι συνδέεται με τη συνεχιζόμενη επιβάρυνση των γεωργικών εδαφών από βιομηχανικές δραστηριότητες και εντατικές καλλιεργητικές πρακτικές. Η διαχείριση του προβλήματος απαιτεί συνδυασμό περιβαλλοντικής πολιτικής, γεωργικού ελέγχου, εργαστηριακής επιτήρησης και αυστηρής εφαρμογής των κανονισμών ασφάλειας τροφίμων σε όλη την αλυσίδα παραγωγής και διανομής.

Προτεινόμενα